Στη Θεσσαλονίκη τα εργοστάσια που έκλεισαν παραμένουν βουβά

Στη Θεσσαλονίκη τα εργοστάσια που έκλεισαν παραμένουν βουβά και μόνο ορισμένα βιομηχανοστάσια αξιοποιήθηκαν για να φιλοξενήσουν πρόσφυγες

Ακριβώς τέσσερα χρόνια πριν, αμέσως μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, όταν και πάλι είχαν σχηματίσει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ, υφυπουργός Βιομηχανίας είχε αναλάβει η κ. Θεοδώρα Τζάκρη. Η πολιτικός από τα Γιαννιτσά είχε μιλήσει τότε για την ανάγκη να δοθούν κίνητρα, ώστε να επαναλειτουργήσουν κλειστά εργοστάσια.

Υπήρξε μάλιστα κι ένας κατάλογος που στη Βόρεια Ελλάδα περιλάμβανε περισσότερες από 100 περιπτώσεις. Κάποιες από τις μεταποιητικές μονάδες που είχαν κλείσει λόγω της κρίσης, αλλά εξακολουθούσαν να διαθέτουν παραγωγική δυνατότητα, θα μπορούσαν ενδεχομένως να επαναλειτουργήσουν από τους παλαιούς ή νέους ιδιοκτήτες μέσα από κίνητρα που θα έδινε ο αναπτυξιακός νόμος και συνδέονται με την περιβαλλοντική διάσταση της απραξίας τους. Ας μη ξεχνάμε ότι ένα κλειστό εργοστάσιο χωρίς συντήρηση και με μηχανήματα που σκουριάζουν, αλλά και ντουβάρια που καταρρέουν, συνιστά περιβαλλοντική βόμβα για την ευρύτερη περιοχή, ενώ η εικόνα επιβαρύνεται από τους επιτήδειους που βρίσκουν την ευκαιρία να το… αποψιλώσουν από οικοδομικά υλικά.

Λίγο αργότερα ο τότε υφυπουργός Εξωτερικών Δ. Μάρδας, στο πλαίσιο του ανοίγματος των σχέσεων της χώρας μας με την Τεχεράνη που έβγαινε από τη διεθνή απομόνωση, ανέφερε ως ένα πιθανό σενάριο την πώληση μηχανολογικού εξοπλισμού από κλειστά ελληνικά εργοστάσια προς το Ιράν. Με αυτό τον τρόπο και η υποδομή της χώρας του Περσικού κόλπου θα ενισχύονταν και η Ελλάδα θα αξιοποιούσε μια περιουσία παγωμένη, που καταστρέφονταν από το χρόνο που περνάει.

Όπως είχε γράψει τότε η Voria.gr επρόκειτο για δύο σχέδια, που στη θεωρία πιθανόν να ακούγονταν βάσιμα, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ανεφάρμοστα, επειδή αντιμετώπιζαν το θέμα σαν μια παρτίδα σε επιτραπέζιο παιχνίδι. «Κάτι σαν Μονόπολη τα βράδια του Σαββάτου στην εξοχή, όταν όλες οι κινήσεις εξαρτώνται από τη βούληση και την τύχη των πρωταγωνιστών. Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική. Περικλείει πολλές διαστάσεις και διαδικασίες. Πολιτικές, νομικές, γραφειοκρατικές. Κυρίως όμως οι δουλειές έχουν σχέση με την πραγματικότητα της οικονομίας και των επιχειρήσεων. Ποιοι κερδίζουν, ποιοι χάνουν και αν το τελικό αποτέλεσμα εκτιμάται ως αρκούντως θετικό για να κινηθούν οι διαδικασίες. Να πέσουν υπογραφές, να σπαταληθεί ενέργεια, να επενδυθούν χρήματα».

Από το φθινόπωρο του 2015 μέχρι σήμερα στο συγκεκριμένο θέμα δεν υπάρχει κάποια εξέλιξη. Στη Θεσσαλονίκη τα εργοστάσια που έκλεισαν παραμένουν βουβά και μόνο ορισμένα βιομηχανοστάσια αξιοποιήθηκαν για να φιλοξενήσουν πρόσφυγες και μετανάστες. Κάποιοι που παρακολουθούν τις εξελίξεις στη Δυτική Θεσσαλονίκη επιμένουν ότι πρόκειται για εκατοντάδες κτήρια με συνολικό εμβαδό που κυμαίνεται μεταξύ 800.000 – 1.000.000 τετραγωνικών μέτρων.

Ένα κτηριακό απόθεμα, το οποίο θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στην αναπτυξιακή εξίσωση της περιοχής. Όχι στη λογική να ανοίξουν και πάλι όπως είναι και με το ίδιο παραγωγικό αντικείμενο, αλλά να αξιοποιηθούν σαν βιομηχανικά ακίνητα. Δηλαδή να δοθούν κίνητρα, ώστε κάποια από αυτά τα κτήρια να φιλοξενήσουν μεταποιητικές επενδύσεις, που σήμερα πιθανόν αναζητούν οικόπεδα για να κατασκευάσουν μονάδες.

Ίσως θα άξιζε τον κόπο να γίνει μια προσπάθεια, παρά τα νομικά και γραφειοκρατικά προβλήματα που σίγουρα υπάρχουν, αφού τίθενται ζητήματα ιδιοκτησίας (πτωχευμένες εταιρείες, τράπεζες κ.λπ.) και προδιαγραφών. Έστω κι ένα από αυτά τα σχολάζοντα βιομηχανοστάσια να αξιοποιηθεί θα είναι κέρδος. Για τον ιδιοκτήτη, γι’ αυτόν που θα το χρησιμοποιήσει, αλλά και για ολόκληρο το σύστημα, που θα αποδείξει ότι διαθέτει στοιχειώδη ευελιξία για να προσαρμόζεται και να βρίσκει λύσεις.

Η αποβιομηχάνιση στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε 25 χρόνια πριν, από τη δεκαετία του 1990, όταν άνοιξαν τα προς βορράν σύνορα και σταδιακά η επέλαση της παγκοσμιοποίησης οδήγησε την παραγωγή του πλανήτη ανατολικότερα, μέχρι την Ινδία και την Κίνα. Η δυτική πλευρά της πόλης, όπου κτυπούσε η παραγωγική της καρδιά, πλήρωσε βαρύ τίμημα, με αποτέλεσμα η εικόνα από τον Άγιο Αθανάσιο μέχρι το Καλοχώρι και τη Σίνδο να είναι σε πολλά σημεία μελαγχολική και απογοητευτική. Με τα κουφάρια παλιών εργοστασίων και αποθηκευτικών χώρων να παραμένουν έρημα και να αποτελούν πληγές για το περιβάλλον, που δύσκολα θα επουλωθούν.

Ίσως μια προσπάθεια για την αξιοποίηση τους να αξίζει τον κόπο, ειδικά τώρα που καταγράφεται κινητικότητα για την τακτοποίηση ανοικτών θεμάτων που αφορούν την μεταποίηση στην περιοχή -κυρίως την οργάνωση του βιομηχανικού χώρου στο Καλοχώρι, αλλά και τη δημιουργία Διεθνούς Ζώνης Βιομηχανίας και Εμπορίου Θεσσαλονίκης (Thessaloniki International Industrial & Trade Zone) εντός του πολεοδομικού συγκροτήματος.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΝΗΚΕΙ:
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ,